Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 29

Επιστροφή του τίποτα

Πέρασες από' δω σήμερα. Μου το' χες υποσχεθεί, μα δε περίμενα να το κρατήσεις. Σε ξέρω, βλέπεις.
Εξεπλάγην, να πω την αλήθεια.
Μπήκες, μα άφησες τα βρεγμένα- από τις ψιχάλες- παπούτσια σου στο κατώφλι. Τίναξες και λίγο την ομπρέλα σου στην είσοδο, έτσι, για το εφέ!
Έκατσες, και γω σε κέρασα ζεστό καφέ και γλυκό. 
Μου τα' πες όλα, από την αρχή μέχρι το τέλος με κάθε λεπτομέρεια, όπως τότε, όπως παλιά.
Δεν περίμενα τόση αμεσότητα. Δεν έχουμε περάσει και λίγα εμείς οι δύο.
"Σαν να χειμώνιασε λίγο" λέω, ενώ κοιτάζω την κουρτίνα να μανίζει.
Δεν μου απαντάς, μα ξέρουμε κι οι δύο πως αυτό σημαίνει ότι θα βλεπόμαστε περισσότερο τώρα.
Οι δείκτες του ρολογιού μετακινήθηκαν αρκετές μοίρες για να σε κάνουν να φύγεις.
"Θα ξαναπεράσω" ψελλίζεις δειλά, και ξέρω ότι λες αλήθεια.
Κλείνοντας την εξώπορτα, μια γνώριμη γεύση πικρίας μου κατακλύζει τη γλώσσα.
Ίσως και να' ρθε η ώρα για μια βόλτα στη βροχή!

Παρασκευή, Ιουλίου 21

...θερινής νυκτός

Τα φωτάκια της πόλης τρεμοπαίζουν απόψε. Αποφάσισαν να συγχρονιστούν με τον ψυχισμό μου. Κι έχει και ένα αεράκι... ότι πρέπει!
Το μπαλκόνι μου ποτέ δεν είχε τόσο ωραία και μελαγχολική θέα ταυτόχρονα.
21 Ιουλίου σου λέει μετά. Κοντεύει και η εποχή που θα ψάχνω να βρω που πήγε το καλοκαίρι μου. Και κάτι μου λέει πως ούτε φέτος θα' χω απάντηση.
Ας χαοθούμε και λίγο χωρίς τύψεις πια. Πριν καλά καλά το καταλάβουμε θα' ναι και πάλι Σεπτέμβρης. Και μετά πάλι τα ίδια.
Τα, φυσικά και ψυχολογικά, πρωτοβρόχια δεν αργούν.
Τώρα από σενα εξαρτάται αν θα προσπαθείς να καθυστερήσεις τον καιρό μέχρι τότε ή αν θα τα περιμένεις πως και πως.
Οπότε απλά θα αρκεστώ στο να σηκώσω την πολλοστή μπύρα για απόψε, και να πιω στο υπόλοιπο του καλοκαιριού και σε ό,τι αυτό φέρει.
Ας ελπίσουμε μια φορά και σε κάτι καλό μωρέ. Ποτέ δεν ξέρεις... (;)

Τρίτη, Ιουνίου 27

Απογοητευμένο

Κουράστηκα να λέω ότι θα φύγω και να' μαι ακόμη εδώ.
Βαρέθηκα να μην κάνω, ποτέ, αυτό που λέω.
Φοβάμαι στην πιθανότητα.
Την πιθανότητα του να ζήσω κάτι διαφορετικό.
Τρομάζω μα δεν το δείχνω.
Το παίζω κούλ και αραχτός, όπως πάντα.
Δεν ξέρω αν πετυχαίνω.
Μάλλον όχι.
Παρόλα αυτά θα συνεχίσω να το κάνω.
Το βόλεμα έχει μια γεύση σάπιου.
Κι όσο παράξενο κι αν ακούγεται, όταν μάθεις στην σαπίλα, δύσκολα ξεκολλάς.
Ανεξήγητος εθισμός.
Θα ήθελα να ξυπνήσω και να τα κάνω όλα.
Μα, και πάλι, όχι.
Ο κόσμος είναι γεμάτος φρεσκάδα, μα επιλεκτικά το αγνοώ.
Μπορεί να την θέλω, ακόμη και να τη φαντασιώνομαι.
Αλλά σίγα μην κουνηθώ.
Θα μείνω εδώ, αγκαλιά με την βρώμα και την αποσύνθεση.
Τη μέρα, λοιπόν, που θα αναρωτηθώ γιατί το δωμάτιο βρωμάει έτσι, θα ανατρέξω εδώ.
Και τότε, ίσως να είναι το κουφάρι μου αυτό που μυρίζει.
Μα ποιος νοιάζεται;

Πέμπτη, Μαΐου 25

Άκρα

Πάντα ήμουν άνθρωπος των άκρων.
Ή θα δω 24 επεισόδια σε μία μέρα, ή κανένα για 2 εβδομάδες.
Ή θα πιω 3 λίτρα αλκοόλ, ή ούτε σφηνάκι.
Ή θα βγαίνω κάθε μέρα επί 1 μήνα, ή θα κάνω να δω το χρώμα του ουρανού 2 εβδομάδες.
Δεν ξέρω πώς ονομάζεται και που οφείλεται αυτό το πρόβλημα, πάντως ξέρω με βεβαιότητα ότι είναι υπαρκτό.
Ή θα ξέρω και θα αγαπώ ολόκληρη τη φιλμογραφία του σκηνοθέτη, ή δεν θα ξέρω καν ποιος σκηνοθέτησε την χαζοταινία που βλέπω.
Για παράδειγμα: Για έξι μήνες ή δύο χρόνια, μπορεί να θέλω να σε βλέπω κάθε μέρα, να σε αγκαλιάζω, να καθόμαστε στο κρεβάτι μου ξύπνιοι μέχρι τις 8 το πρωί. Να μυρίζω τα μαλλιά σου και να μη σε χορταίνω.
Και την επόμενη μέρα, σαν να διαγράφω τα πάντα, και να μη θέλω να σε δω. Να σε βαριέμαι και να με κουράζεις, και να νιώθω ότι δε μπορώ να επικοινωνήσω σε κανένα επίπεδο.
Ή θα αγαπώ κάτι με όλη μου την καρδιά, ή θα το μισώ με πάθος.
Ποτέ δεν μπορεί κάτι "απλά να μου αρέσει".
Πάντα θα πρέπει να το αφήνω να με καταναλώνει, να με κατατρώει, να με διαλύει.
Ίσως όλα να είναι απλά αποτέλεσμα της έλλειψης ισορροπίας μου.
Ή θα ισορροπώ στο τρεμάμενο σχοινί για πολύ καιρό, ή θα πέφτω κάθε δύο βήματα.
Στο τέλος της ημέρας απλά αναρωτιέμαι αν πρέπει να κατηγορήσω εμένα ή την βαρύτητα.

Τετάρτη, Απριλίου 12

Τα στοιχειά

Τα μεσάνυχτα βγαίνουν τα φαντάσματα.
Κι ενώ δεν τα φοβάμαι,
ούτε πιστεύω σε κάτι μεταφυσικό,
απόψε τα είδα.
Προσπάθησαν να με τρομάξουν,
και δεν λέω ότι απέτυχαν ολοκληρωτικά.
Τα αγνόησα στην αρχή,
με την ελπίδα ότι τα μάτια μου
παιχνιδίζουν.
Τελικά με έπεισαν.
Η ζωή ίσως πάψει άυριο.
Καμία περηφάνεια και καμία χαρά.
Μονάχα κουρελιασμένες ελπίδες,
και μια ιδέα εξάντλησης.
Οι ψίθυροι τους αντηχούν ακόμη μέσα στα αυτιά μου:
"Είσαι κενός"
Απόψε δεν ξέρω αν η λύση είναι να βάλω ωτοασπίδες
ή να ξεριζώσω τα αυτιά μου.

Παρασκευή, Μαρτίου 31

Απαγορεύεται η ρίψη άχρηστων υλικών και ερώτων




Λοιπόν, το νόημα είναι απλό: πρέπει να βιώσει, ο καθένας μας για τον εαυτό του, μια διαδικασία μέσω της οποίας θα είναι ικανός να συγκρίνει και να εκτιμήσει πράγματα που κάποτε τα πέταξε στα σκουπίδια γιατί παραήταν κοινά.
Αυτή η διαδικασία, λοιπόν, είναι- μετά την απομάκρυνση από τον κάδο απορριμάτων- να αρχίσει η αναζήτηση για το νέο, το ξεχωριστό, το σημαντικό(τερο).

Βήματα, μεγαλύτερα και πιο βιαστικά, ή ακόμη και απερίγραπτα μικρά. Αναζήτηση με νοητούς χάρτες, κιάλια, πυξίδες GPS. Δεξιά η αριστερά ίσως πιο βόρεια, μπορεί δίπλα σου ή ακριβώς μπροστά σου.
Στην αρχή η βεβαιότητα και η σιγουριά ξεχειλίζει από μέσα σου.
"Είναι θέμα χρόνου. Θα το βρω. Άμα ψάξω λίγο ακόμη, πού θα πάει; Θα το βρω.."
Και δεν το βρίσκεις. Και δεν είναι ούτε δεξιά ούτε πίσω σου. Ούτε πιο μακριά, και σίγουρα όχι μπροστά σου.
Η απελπισία αρχίζει να πλησιάζει. Μα εσύ τρέχεις, γιατί έχεις κουράγιο ακόμα και προς στιγμήν ξεφεύγεις.
Κάθεσαι σε ένα παλιό παγκάκι σε κάποια πλατεία που μέχρι εκείνη την στιγμή ποτέ δεν είχες εκτιμήσει, και βάζεις τα χέρια στο μέτωπο.
Μετά από λίγο σηκώνεσαι και ξαναρχίζεις.
Το ραντάρ χτυπάει, τα λαμπάκια αναβοσβήνουν. Κάτι συμβαίνει, μα... τι;
Α! Στέκεσαι και απλά κοιτάς.
"Το βρήκα" σχεδόν φωνάζεις.
Πιάνεστε χέρι χέρι και κάνεις κωλοδάχτυλο στην απελπισία που αδυνατεί να σε ακολουθήσει.
Μετά από λίγο, όμως, αρχίζουν να σε χτυπούν ανελέητα οι φρίκες του χθες. Και, από το πουθενά, καταλαβαίνεις.
Μα αυτό δεν φτάνει σε τίποτα το προηγούμενο.
"Θα έτυχε" λες, και συνεχίζεις.
Με το πέρασμα του χρόνου, όμως, καταλαβαίνεις ότι δεν έτυχε. Τίποτα δεν είναι τυχαίο.
Και τότε, με την απελπισία, να σε έχει φτάσει σχεδόν, σου έρχεται η ιδέα: γρήγορο τρέξιμο πίσω στον κάδο.
Τότε, προς μεγάλη σου έκπληξη, συνειδητοποιείς πως το απορριμματοφόρο έχει περάσει, και έχει πάρει μαζί του και ότι είχες ρίξει μέσα.
Ξεκινάς, και περνάς μέρες και νύχτες, και εβδομάδες και μήνες, εκεί, δίπλα στον κάδο, σαν φρουρός.
Η απελπισία έχει αρχίσει και σου τρώει τα σωθικά όλο και περισσότερο, μα δεν νοιάζεσαι καν πλέον.
Τραγικό τέλος: αυτό που είχες πετάξει, τελικά δεν το είχε πάρει το σκουπιδιάρικο. Το βλέπεις να περνάει μπροστά από τον κάδο χαμογελαστό και ευτυχισμένο. Κάποιος το είχε δει εκεί και το πήρε, το βοήθησε και το έκανε αυτό που είναι σήμερα.
Σε κοιτάζει με ένα βλέμμα αμετάφραστο.
Σαν εκείνο, κάποτε, αλλά λίγο πιο θυμωμένο.
Ούτε καν σου γνέφει.
Δίκαιο.